Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Τρόποι πολλαπλασιασμού ελιάς

Εγγενής πολλαπλασιασμός της ελιάς
Ο πολλαπλασιασμός περιλαμβάνει την σπορά κυρίως της αγριελιάς αλλά και καλλιεργουμένων ποικιλιών. Προκειμένου να βοηθηθεί η βλαστικότητα των σπόρων, θα πρέπει πρώτα να ξεπλυθεί το ελαιώδες περιβλημα το οποιο εμποδίζει την βλαστικότητα του σπόρου. Για αυτό το λόγο γίνεται εμβάπτιση του σε κρύο διαλυμα καυστικού νατρίου 3-4% μεχρι και 24 ωρες καθώς και αφαίρεση μικρού ποσοστού του ξυλώδους ενδοκαρπίου ωστε να σχηματιστεί τρυπα χωρίς ομως να επηρεαστεί το σπέρμα. Τα σπορόφυτα που παράγονται στο σπορείο περίπου ενα χρόνο αργότερα, μεταφυτεύονται στο φυτώριο είτε σε μαυρες σακκουλες πολυαιθυλενίου είτε σε ατομικά γλαστράκια. Οταν το πάχος του κορμού είναι περι του 1 εκατοστού, εμβολιάζονται με την επιθυμητή ποικιλία. Βασική τεχνική εμβολιασμού είναι ο πλακίτης εμβολιασμός.
Αγενής πολλαπλασιασμός της ελιάς
Πολλαπλασιασμός με ξυλοποιημένα αφυλλα μοσχευματα
Τα μοσχεύματα παραγονται απο κλάδους ηλικίας 2 εως 4 ετών και εχουν διάμετρο απο 3 εως 5 εκατοστά ενώ το μήκος αυτών είναι περίπου 40-60εκατοστά. Κοβονται συνήθως το χειμώνα κατα το κλάδεμα της ελιάς και φυτεύονται είτε ορθια είτε οριζόντια. Η φύτευση γίνεται σε μίγμα αμμου και τύρφης σε αναλογία 3/1 αφού πρώτα έχουν εμβαπτιστεί σε διαλυμα ορμόνης ριζοβολίας ΙΒΑ και σε συγκεντρωση 5 γραμμαρια ανα λίτρο , είτε σε σκόνη της ίδιας ορμόνης ΙΒΑ. Η κατάλληλη περίοδος ριζοβολίας είναι απο τα τέλη φθινοπώρου εως και αρχές άνοιξης οποτε και επιτυγχάνονται υψηλότερα ποσοστά ριζοβολίας. Οταν ριζοβολήσουν τα μοσχεύματα, θα εκπτυχθούν την ανοιξη οι οφθαλμοί οι οποιοι βρίσκονται εκτεθειμένοι στο φώς και οι οποίοι θα δώσουν τους νέους βλαστούς.
Πολλαπλασιασμός με σφαιροβλαστες ή γόγγρους
Η μέθοδος αυτή είναι εξίσου παλαιά όπως και η προηγούμενη αλλά διαφέρει στο ότι επιτυγχάνονται υψηλά ποσοστά ριζοβολίας. Βασίζεται στην χρήση των λεγόμενων γόγγρων οι οποίοι είναι υπερπλασίες οι οποίες αναπτύσσονται στον κορμό και στις κεντρικές χοντρές ρίζες πολύ κοντά στον λαιμό του δεντρού σε δέντρα μεγάλης ηλικίας. Αυτές οι υπερπλασίες αποκόπτονται από το μητρικό φυτό και φυτεύονται σε υποστρωμα οπως είναι η αμμος ή μίγμα περλίτη και τύρφης. Το υπόστρωμα αυτό διατηρείται υγρό και η φύτευση γίνεται την ιδια εποχή όπως και τα ξυλοποιημένα μοσχευματα ουτως ώστε την ανοιξη να ξεκινήσει η έκπτυξη των οφθαλμών και ανάπτυξη των νεαρών βλαστών παράλληλα με την ριζοβολία των γόγγρων. Μετά το τέλος της βλαστικής περιόδου μεταφέρονται οι γόγγροι στο φυτώριο και αφου οι μεγάλοι κοπούν σε μικρότερα κομμάτια, μεταφυτεύονται σε σακκούλες πολυαιθυλενίου ή ατομικά γλαστρακια και συνεχίζεται η ανάπτυξη τους.
Πολλαπλασιασμός με παραφυάδες η καταβολάδες κατα συστάδα
Οι παραφυάδες είναι ζωηροί βλαστοί που αναπτύσσονται στην βάση του κορμού του δέντρου είτε λογω της ζωηρότητας αυτού είτε λόγω πρόκλησης έκπτυξης των λανθάνοντων οφθαλμών που βρίσκονται στην ζώνη κοντά στην βάση του κορμού. Η πρόκληση αυτή μπορεί να επιτευχθεί είτε με αυστηρό κλάδεμα του μητρικού δέντρου εως και καρατόμηση αυτού είτε με χαραγή πάνω στο σημείο που επιθυμούμε την παραγωγή των ζωηρών αυτών βλαστών. Η ριζοβολία των παραφυάδων επιτυγχάνεται με το παράχωμα της βάσης αυτών, νωρίς την βλαστική περίοδο και με φροντίδα να βρίσκεται στο σκότος η βάση της παραφυάδας. Προς διευκολυνση της ριζοβολίας μπορεί να γίνει τομή στην βάση των βλαστών και να εφαρμοστεί ορμόνη ριζοβολίας. Κατα τα τέλη του επομενου χειμώνα αφαιρούνται προσεκτικα οι παραφυάδες απο το μητρικό φυτό με το ριζικό συστημα και ειτε φυτεύονται στην οριστική θεση στο χωράφι είτε μεταφέρονται στο φυτώριο προς περαιτέρω ανάπτυξη
Πολλαπλασιασμός με φυλλοφόρα μοσχεύματα
Το 70% των παραγόμενων ελαιοδέντρων παράγονται με φυλλοφόρα μοσχεύματα και με την μέθοδο αυτή μπορούμε να εκμεταλλευτούμε την παρουσία των φύλλων στο μόσχευμα τα οποία τροφοδοτουν το άρριζο αρχικά μόσχευμα με απαραίτητες οργανικές ενώσεις , προιόντα της συνεχιζόμενης φωτοσύνθεσης και μετά την αποκοπή των βλαστών απο το μητρικό δέντρο οι οποίες είναι απαραίτητες για την ριζογένεση. Χρησιμοποιούνται κυρίως βλαστοί ενός έτους μήκους 15 εκατοστών στους οποίους αφαιρουνται τα κατώτερα φύλλα και παραμένουν μέχρι 5 φύλλα κορυφαία. Στην βάση των μοσχευμάτων καλό είναι να δημιουργούνται δύο διαμήκεις αντιδιαμετρικες τομές ώστε να διευκολύνεται τόσο η έξοδος των ριζών οσο και η ταχύτερη απορρόφηση της ορμόνης ριζοβολίας ΙΒΑ διαλυμένη σε αιθυλική αλκοολή 50%. Στο διάλυμα αυτό γίνεται εμβάπτιση της βάσης των μοσχευματων για πέντε δευτερολεπτα και εν συνεχεία φυτεύονται σε πάγκους υδρονέφωσης και σε υπόστρωμα τύρφη και περλίτη. Ο περιβάλλων χώρος θα πρέπει να έχει θερμοκρασία 25 ο C. Η ριζοβολία των μοσχευμάτων επιτυγχάνεται μέσα σε εξι με οκτω εβδομάδες ανάλογα με την εποχή του έτους και την ποικιλία. Τα ερριζα μοσχεύματα μεταφυτεύονται σε σακκούλες πολυαιθυλενίου ή ατομικά γλαστράκια και μεταφέρονται σε σκιερό μέρος εκτός της μονάδας υδρονέφωσης ή παραμένουν στην μονάδα εκτός των πάγκων υδρονέφωσης για εγκλιματισμό και σκληραγώγηση. Τα νέα πλέον φυτά δέχονται όλες τις απαραίτητες καλλιεργητικες φροντίδες που θα επιτρέψουν την ταχεία ανάπτυξη τους σε δεντρύλλια ετοιμα για φύτευση. Η καταλληλότερη περίοδος για πολλαπλασιασμό της ελιάς με φυλλοφόρα μοσχεύματα θεωρείται το καλοκαίρι εώς αρχές φθινοπώρου . Πρέπει να τονιστει ομως οτι και τον υπόλοιπο χρόνο μπορεί να παραχθεί ικανοποιητικός αριθμός έρριζων μοσχευματων με χαμηλότερα ομως ποσοστά ριζοβολίας. Τα ποσοστά ριζοβολίας εξαρτώνται απο το γενετικό υλικό , την θρεπτική κατάσταση του μητρικού φυτού , την συγκέντρωση της ορμόνης , την σύσταση του μέσου ριζοβολίας , τον αριθμό των φύλλων των μοσχευμάτων κτλ. Υπάρχει μία σειρά απο διάφορους χειρισμούς που μπορεί να γίνουν με στόχο την αυξηση του ποσοστού ριζοβολίας των μοσχευμάτων μιάς συγκεκριμένης ποικιλίας. Στον παρακάτω πίνακα αναφέρεται ο βαθμος δυσκολίας ριζοβολίας των μοσχευμάτων των διάφορων ελληνικών ποικιλιών ελιάς.


βαθμός δυσκολίας ριζοβολίας μοσχευμάτων
Ελληνικές ποικιλίες ελιάς
ευκολα
Μετρια
δυσκολα

Κορωνέικη
Αμυγδαλολιά
Αδραμμυτινή

Κοθρεικη
Καρυδολιά
Καλαμών

Μεγαρείτικη
Κονσερβολιά

Για να ξέρουμε από καλό λάδι.

 Είναι καλό το λάδι που θυμίζει χαμομήλι ή κρασί; Το λάδι που πικρίζει μπορεί να είναι κακής    ποιότητας; Έχει σημασία το χρώμα του; Σας προσκαλούμε σε μάθημα γευσιγνωσίας.

 Ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή μου μέχρι σήμερα που, όταν είπα «Η καταγωγή μου είναι από την Καλαμάτα», δεν εισέπραξα τη συνηθισμένη απάντηση, που περιορίζεται κατά κανόνα σε ένα ξερό «Α, ναι;». Αντίθετα, οι επικεφαλής της ομάδας μας -επρόκειτο να παρακολουθήσουμε ένα «μάθημα» γευσιγνωσίας ελαιόλαδου- με ρώτησαν με φανερό ενδιαφέρον αν έχω δικό μου λάδι και, στη συνέχεια, έσπευσαν να πληροφορήσουν και τους υπόλοιπους ότι, σε γενικές γραμμές, το λάδι της Καλαμάτας έχει χαρακτηριστικό φρουτώδες άρωμα -φρεσκοκομμένου μήλου- και μια ελαφρώς πικρή γεύση.

Το καλό λάδι
Τα προτερήματα
Στο λάδι που θα επιλέξουμε, αναζητούμε την καλή γεύση και οσμή. Αυτά είναι τα προτερήματά του και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη βιολογική του αξία.
Tα αρώματα μπορεί να είναι φρουτώδη ή να θυμίζουν χαμομήλι ή μαντζουράνα.
Όσον αφορά τη γεύση, αναζητούμε το πικρό και το πικάντικο. Πρόκειται για μία έντονη αίσθηση, χαρακτηριστική των ελληνικών λαδιών που παράγονται στην αρχή της ελαιοκομικής περιόδου, κυρίως από ελιές που είναι ακόμη ανώριμες.
Η γεύση απλώνεται σε ολό-κληρη τη στοματική κοιλότητα και εξαλείφεται λίγα δευτερόλεπτα μετά τη δοκιμή, σε αντίθεση με το ταγγισμένο, πολυκαιρισμένο λάδι, του οποίου η γεύση είναι πολύ ενοχλητική και διατηρείται για πολύ περισσότερο χρόνο.

«Πικρή γεύση... Αυτό δεν είναι ελάττωμα;»
Αυτό αναρωτιόνταν οι υπόλοιποι, που γνώριζαν ότι το λάδι της Καλαμάτας θεωρείται εξαιρετικής ποιότητας και που δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα χαρακτηριζόταν ως προτέρημα η πικρή γεύση σε ένα τρόφιμο. Οι
ειδικοί μάς εξήγησαν: Το αν είναι ευχάριστη ή όχι η πικρή γεύση εξαρτάται από το πόσο έντονη είναι. Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν θεωρείται ελάττωμα, αλλά προτέ-ρημα, επειδή υποδηλώνει την παρουσία πολλών αντιοξειδωτικών ουσιών.
Ωστόσο, προσέξτε: Το ελαιόλαδο επηρεάζεται σημαντικά από τις καιρικές συνθήκες: τις βροχερές χρονιές περιέχει λιγότερα αντιοξειδωτικά.
Το κακό λάδι
Τα ελαττώματα
Καθώς προχωρούσε η διαδικασία της γευσιγνωσίας, έμαθα και τα ελαττώματα του ελαιόλαδου, που γίνονται συνήθως αντιληπτά με την όσφρηση και τη γεύση:
Ατροχάδο Θυμίζει χαλασμένο τυρί και προκύπτει όταν οι ελιές είναι αποθηκευμένες σε σωρούς για πολλές ημέρες.
Μούχλα Έχει προκύψει από ελιές στις οποίες έχει αναπτυχθεί μεγάλος αριθμός μυκήτων μετά από την παραμονή τους σε υγρές συνθήκες για αρκετές ημέρες.
Μούργα Το ελαιόλαδο έχει παραμείνει σε επαφή με το ίζημα που καθιζάνει στις δεξαμενές φύλαξης.
Οινώδες Θυμίζει κρασί ή ξίδι. Και αυτή η γεύση οφείλεται σε μια διαδικασία ζύμωσης στους καρπούς της ελιάς, που έχουν βραχεί ή έχουν φυλαχτεί σε νάιλον σακιά (λανθασμένη πρακτική).

Τι είναι η οξύτητα;
Αποτελεί ένα από τα βασικότερα κριτήρια για την ποιότητα του ελαιόλαδου, καθώς όσο πιο χαμηλή η οξύτητα τόσο πιο ποιοτικό το λάδι. Τα ελεύθερα λιπαρά οξέα του ελαιόλαδου διαμορφώνουν την οξύτητά του: Όσο πιο υψηλή η οξύτητα τόσο πιο πολλά τα λιπαρά οξέα. Κατά κανόνα, τα ελαιόλαδα που έχουν καλή γεύση και οσμή έχουν και χαμηλή οξύτητα, δηλαδή κάτω από 0,8%.

Το χρώμα παίζει ρόλο;
Όχι, μας απάντησαν οι ειδικοί, έχει απλώς να κάνει με τη χλωροφύλλη και δεν σχετίζεται με την ποιότητα ή τη βιολογική αξία του λαδιού.

Οι κατηγορίες του παρθένου ελαιόλαδου
Έξτρα παρθένο ελαιόλαδο Έχει ευχάριστη πικάντικη ή πικρή γεύση και οσμή φρούτου, άγουρης ελιάς. Η οξύτητά του πρέπει να ­είναι <0,8%.
Παρθένο ελαιόλαδο Έχει ελαφριά γεύση και οσμή φρούτου και φέρει κάποιο εμφανές ελάττωμα. Η οξύτητά του πρέπει να είναι <2%.
Μειονεκτικό παρθένο ελαιόλαδο Έχει δυσάρεστη γεύση, με οξύτητα >2%.

Πώς θα συντηρήσουμε το ελαιόλαδο
Οι «εχθροί» του λαδιού είναι ο αέρας, το φως (ακόμη και εκείνο της λάμπας) και η υγρασία. Τα καλύτερα δοχεία για τη φύλαξη του λαδιού είναι τα σκουρόχρωμα γυάλινα μπουκάλια. Το γυαλί είναι, άλλωστε, σταθερό και αδρανές υλικό και το σκούρο χρώμα είναι απαραίτητο, γιατί το λάδι οξειδώνεται αν έρθει σε επαφή με το φως. Έτσι, λοιπόν, το λάδι πρέπει να φυλάσσεται σε μέρος σκοτεινό και δροσερό. Επίσης, το λάδι μπορεί να διατηρηθεί πολύ καλά στο ψυγείο ή και στην κατάψυξη ακόμα, και έτσι να αυξηθεί και η διάρκεια της ζωής του, ειδικά όταν πρόκειται για αγουρέλαιο, το οποίο θεωρείται φρέσκο για περίπου 9 μήνες μετά την παραγωγή του.
Tip Η περίοδος της σοδειάς του λαδιού ξεκινά από τις 15 Οκτωβρίου και φτάνει μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου ή και τα μέσα Μαρτίου.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Λιοτρίβι

 

Το Λιοτρίβι, είναι παλιά λέξη για το ελαιουργείο. Το λιοτρίβι ήταν το παραδοσιακό συγκρότημα που αποτελείτο από 2 μεγάλες πέτρες, που περιστρέφονται σε 360 μοίρες, εντός κλειστού σιδερένιου περιβλήματος που ονομάζεται Κόθρος. Μέσα στον Κόθρο αδειάζεται ο ελαιόκαρπος τον οποίο πολτοποιούν οι πέτρες περιστρεφόμενες. Πολύ παλιά, η κίνηση περιστροφής των πετρών γίνονταν με ζώα, συνήθως γαιδούρια, αργότερα με μηχανικά μέσα. Όταν ο πολτός ήταν έτοιμος, (κατά την κρίση των υπευθύνων) μεταφέρεται ο πολτός σε ειδικά σακκιά που λέγονται μουτάφια ή τσούλια και τα τοποθετούσαν σε μέγγενη που τα πίεζε και έτσι έβγαινε το λάδι.